31 Οκτωβρίου 2011

«Εμείς ανακαλύψαμε τον Καντάφι στον υπόνομο»

Είναι οι τέσσερις αντάρτες που ανακάλυψαν και συνέλαβαν τον Μουαμάρ Καντάφι, ο οποίος κρυβόταν σε έναν υπόνομο λίγο έξω από τη Σύρτη. Μιλώντας στην ισπανική εφημερίδα «El Pais» λένε ότι δεν πίστευαν στα μάτια τους όταν είδαν τον αυτοαποκαλούμενο «βασιλιά των βασιλέων» αιμόφυρτο και έντρομο να τους παρακαλά για τη ζωή του. Ως τρόπαιο κράτησαν το επίχρυσο πιστόλι, τις μπότες και το καπέλο του, τα οποία είχαν πάρει πριν από το λιντσάρισμα.
 
Ο Ομράν Γιούμα Σαμπάν είναι ένας 21χρονος φοιτητής του Τμήματος Ηλεκτρολόγων - Μηχανολόγων στο Πανεπιστήμιο της Τρίπολης. Είναι ντροπαλός και ντυμένος με τα ίδια ρούχα που φορούσε στις 20 Οκτωβρίου, μια ημέρα που δεν θα ξεχάσει ποτέ στη ζωή του. Κρατά τα λάφυρα: δύο πιστόλια, το ένα επίχρυσο, μια μαύρη δερμάτινη μπότα made in London και ένα στρατιωτικό καπέλο που ανήκαν στον Μουαμάρ Καντάφι, τον οποίο εντόπισε πρώτος σε έναν αγωγό αποχέτευσης έξω από τη Σύρτη. «Δεν πίστευα αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο Καντάφι βρισκόταν ακόμα εκεί. Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψω τι αισθάνθηκα. Ομως τώρα πιστεύω ότι συνέλαβα τον μεγαλύτερο τρομοκράτη στον κόσμο μετά τον Οσάμα μπιν Λάντεν», λέει ο Ομράν, ο οποίος δεν ενώθηκε με τους εξεγερμένους από την αρχή, τον Φεβρουάριο δηλαδή, αλλά στα μέσα Απριλίου, καθώς έβλεπε την πόλη του, τη Μισράτα να δέχεται τη βίαιη επίθεση των στρατιωτών του Καντάφι. «Εντάχθηκα στους κόλπους της εξέγερσης επειδή έβλεπα τους στρατιώτες του καθεστώτος να χρησιμοποιούν βρώμικες μεθόδους. Τον Μάρτιο, στη γειτονιά μου, όποιον άνδρα έβγαινε από το σπίτι του τον συνελάμβαναν, σκότωναν τα παιδιά, βίαζαν τις γυναίκες...».
Η αντίστροφη μέτρηση για τον Καντάφι άρχισε γύρω στις οκτώ το πρωί της 20ής Οκτωβρίου. «Πήραμε πληροφορίες ότι ένα κομβόι 50 οχημάτων κινούνταν στην περιοχή 2 της Σύρτης. Ξέραμε ότι ο Μουτασίμ - ο γιος του Καντάφι - βρισκόταν στην πόλη, διότι πολλοί μας έλεγαν ότι τον είχαν δει. Σε λίγο είδαμε τα αεροσκάφη του ΝΑΤΟ να επιτίθενται στην αυτοκινητοπομπή», αφηγείται ο Ομράν, ο οποίος μαζί με τον 21χρονο ξενοδοχοϋπάλληλο Αχμέντ Γκαζάλ, τον 25χρονο Ναμπίλ Νταρβίς, ιδιοκτήτη γκαράζ και τον 28χρονο έμπορο Σαλέμ Μπακίρ και τρεις ακόμα πολιτοφύλακες κατευθύνθηκαν στην περιοχή όπου έγινε η επίθεση και πλέον υπήρχαν τα καμένα αυτοκίνητα. Οι στρατιώτες του Καντάφι είχαν διασκορπιστεί σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διαφύγουν. Σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από τα καμένα αυτοκίνητα υπήρχαν δύο τσιμεντένιοι σωλήνες που χρησίμευαν για την αποχέτευση. Αυτή ήταν η τελευταία απόσταση που διήνυσε μόνος του ο Καντάφι σε αυτό τον ανοιχτό χώρο με την ελάχιστη βλάστηση. «Στη μια άκρη των σωλήνων ένας από τους 15 στρατιώτες που κρύβονταν εκεί ύψωσε λευκή σημαία, όμως από την άλλη άκρη, μόλις 20 μέτρα μακριά κάποιοι συνέχιζαν να πυροβολούν. "Ο ηγέτης μας είναι εδώ", φώναξε ένας στρατιώτης. Ομως δεν φανταστήκαμε ούτε μια στιγμή ότι ο ηγέτης στον οποίο αναφερόταν ήταν ο Καντάφι».

«ΠΑΡΕΛΥΣΑ...». Αφού παραδόθηκαν οι στρατιώτες, ο Μπακίρ Σαλέμ πλησίασε στο άκρο του σωλήνα. Ηταν η καθοριστική στιγμή, εκείνη που περίμεναν οι περισσότεροι Λίβυοι από τις 17 Φεβρουαρίου που άρχισε η εξέγερση. «Ολη τη ζωή μου», περιγράφει ο Μπακίρ, «όταν έβλεπα τις αυτοκινητοπομπές που μετέφεραν τον Καντάφι, νόμιζα ότι ήταν ένας βασιλιάς ή κάποιος υπεράνθρωπος. Ξαφνικά τον είδα, είχε βγει από τον σωλήνα, βρισκόταν δύο μέτρα μακριά μου. Σοκαρίστηκα και αισθάνθηκα να παραλύω. Ομως ακούμπησα το Κοράνι που είχα στην τσέπη μου και αυτό μου έδωσε τη δύναμη να φωνάξω: "Εδώ είναι ο Καντάφι! Είναι εδώ ο Καντάφι!". Του είπα να πετάξει το όπλο του τρεις φορές, αλλά δεν το έκανε, μόνο ρωτούσε: "Τι συμβαίνει; Τι συμβαίνει;"».
 
Ο Ομράν που βρισκόταν πάνω σε αυτοκίνητο και πολεμούσε με πολυβόλο, πήδηξε και βρέθηκε δίπλα στον ματωμένο Καντάφι. «Είχα δει ότι στην άλλη πλευρά του σωλήνα υπήρχαν ακόμα στρατιώτες με όπλα που θα μπορούσαν να μας πυροβολήσουν. Ορμησα στον Καντάφι και του πήρα το ένα όπλο, όχι το χρυσό. Δεν ξέρω πού βρήκα την δύναμη», λέει. Στο μεταξύ, όλο και περισσότερα φορτηγά με εξεγερμένους κατέφθαναν στο σημείο. Μερικά λεπτά αργότερα ανάμεσα σε κραυγές χαράς άρχισε το λιντσάρισμα κατά το οποίο ο Καντάφι εκλιπαρούσε για έλεος και έταζε χρήματα. Πολλοί αντάρτες κατέγραψαν τις σκηνές με τα κινητά τους τηλέφωνα.